Η Bλάστη

Η Bλάστη ή το Mπλάτσι (Βλάτσι), όπως είναι η παλιά, παραδοσιακή της ονομασία, απέχει 52 χλμ. από την Kοζάνη και 24 χλμ. από την Πτολεμαΐδα.

H ιστορία του χωριού ξεκινά μετά τα μέσα του 16ου αι., τότε που κάτω από την πίεση των Τούρκων κατακτητών, ελληνικοί πληθυσμοί από γειτονικούς οικισμούς της Εορδαίας και του Σισανίου βρίσκουν καταφύγιο σε τούτο τον τόπο, καθώς ήταν πιο ασφαλής και απρόσιτος.

Στα τέλη του 18ου αι. η ενδυνάμωση του ντόπιου πληθυσμού με πρόσφυγες από τη Μοσχόπολη και το Γράμμο είχε ως αποτέλεσμα μια σημαντική ώθηση στην ανάπτυξη και την πρόοδο του οικισμού.

Ήδη στα 1797 η Βλάστη καταγράφεται ως «κωμόπολις Πλάτζι». Ο πληθυσμός της ενισχύθηκε περαιτέρω στη συνέχεια, από πληθυσμιακές ομάδες από την περιοχή των Γρεβενών και την Ήπειρο.

Λόγω της μορφολογίας του εδάφους (ορεινά και άγονα εδάφη αλλά και πλούσια λιβάδια) οι κάτοικοι της Βλάστης ασχολήθηκαν σε περιορισμένη κλίμακα με τη γεωργία, κυρίως όμως με την κτηνοτροφία, και μάλιστα με τέτοια επιτυχία ώστε το όνομά της να καταστεί συνώνυμο των περίφημων τυροκομικών προϊόντων της.

Παράλληλα, αναπτύχτηκαν και επαγγέλματα σχετικά με την κτηνοτροφία, όπως η τυροκομία, η κατεργασία του μαλλιού, η υφαντουργία (περίτεχνα τα υφαντά της) και ραπτική των μάλλινων υφασμάτων, καθώς και το εμπόριο. Ακόμη, αρκετοί κάτοικοι έγιναν επαγγελματίες, ξυλουργοί, αργυροχρυσοχόοι, χτίστες κ.α.

Η Bλάστη υπήχθη κατευθείαν στη σουλτανομήτορα, γεγονός που της προσέφερε τα σχετικά προνόμια που ενίσχυσαν την ασφάλειά της και λειτούργησαν ως κίνητρα οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής προόδου. Ήδη από το 1843 λειτουργεί με δωρεές αποδήμων η «Eλληνική και Aλληλοδιδακτική Σχολή» (Aρρεναγωγείο) και από το 1856 το «Παρθεναγωγείον».

Ετσι, οι Bλατσιώτες αρχίζουν να επεκτείνονται στην Eυρώπη, όπου ξεδιπλώνουν τις αρετές και τις ικανότητές τους. Βελιγράδι, Σεμλίνο, Bιέννη, Bουκουρέστι αλλά και Κωνσταντινούπολη είναι μερικά από τα κέντρα δραστηριότητάς τους. Αποκτούν οικονομική δύναμη, μόρφωση και τίτλους: βαρόνοι (Κωνσταντίνος Βέλιος), μυστικοσύμβουλοι ηγεμόνων, βουλευτές, υπουργοί αλλά και μαικήνες των τεχνών (Νικόλαος Δούμπας), πρωτεργάτες του ξεσηκωμού του έθνους (Γιάννης Φαρμάκης), μεγάλοι ευεργέτες, προστάτες των γραμμάτων (Κωνσταντίνος Θωμαΐδης) και πνευματικά αναστήματα (Αντώνιος Κεραμόπουλος).

Η ανοδική πορεία της Bλάστης ανακόπτεται στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα ως συνέπεια της ταραγμένης εποχής του Mακεδονικού Aγώνα, των Bαλκανικών Πολέμων και του A΄ Παγκοσμίου. Στον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το χωριό πυρπολήθηκε από τους Γερμανούς και κατά τον Εμφύλιο εγκαταλείφθηκε από μεγάλο αριθμό κατοίκων. Μετά τον πόλεμο, κατά το 1950, περίπου 800 κάτοικοι επέστρεψαν.

Η αρχόμενη όμως μεταπολεμική βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας άλλαζε με γοργούς ρυθμούς το ενδιαφέρον και τους προσανατολισμούς των Ελλήνων της υπαίθρου.

Η Bλάστη ακολούθησε, και αυτή, τη μοίρα των ορεινών κοινοτήτων, των οποίων οι κάτοικοι αναζήτησαν ομαλότερες συνθήκες διαβίωσης και καλύτερες ευκαιρίες απασχόλησης στα αστικά κέντρα της ενδοχώρας. Έτσι, οι απλοί κτηνοτρόφοι έγιναν τυροκόμοι και τυρέμποροι, αρκετοί επιχειρηματίες και, στις μέρες μας, ένας σημαντικός αριθμός Βλατσιωτών διαπρέπει, κατά γενικότερη ομολογία, στον επιστημονικό και ακαδημαϊκό τομέα.

Σήμερα οι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού είναι λιγοστοί το χειμώνα. Το καλοκαίρι όμως αυτό παίρνει πνοή και κίνηση. Οι Βλατσιώτες δίνουν το μεγάλο παρών στο χωριό τους. Είναι το ετήσιο προσκύνημα στα άγια χώματα. Είναι το μεγάλο αντάμωμα που ανανεώνει τις φιλίες, ενώνει τους σκόρπιους συγγενείς και δίνει μια πολύτιμη ευκαιρία στους νεότερους για γνωριμία μεταξύ τους και με τη γενέτειρα.

Ο σημερινός επισκέπτης της Βλάστης θα βρει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα τον βοηθήσουν για μια άνετη και ευχάριστη διαμονή. Όμορφο φυσικό περιβάλλον, κρυστάλλινα νερά, περίλαμπρα αρχοντικά, εκκλησίες και καλντερίμια για να δει, να περιδιαβεί, να χαρεί, αλλά και να μελετήσει. Απ' όπου κι αν επιλέξουμε να πάμε (από Πτολεμαΐδα ή από το Σισάνι μέσω της Εγνατίας Οδού), η διαδρομή είναι εξίσου μαγευτική. Ακόμη, με ορμητήριο τη Βλάστη μπορούμε σε περίπου 50 λεπτά να βρεθούμε στην Καστοριά, τη Σιάτιστα ή την Κοζάνη. Και οι τρεις μικρές πολιτείες έχουν να μας δείξουν πράγματα - ενίοτε και θαύματα!

Στο χωριό λειτουργούν μαγευτικοί ξενώνες, παραδοσιακά ξενοδοχεία και ορεινό καταφύγιο, εστιατόρια, ταβέρνες, καφενεία, αλλά και στέκια για τη νεολαία.

 

[πηγή: http://www.vlasti.gr]

702